Τετάρτη , 12 Δεκέμβριος 2018

Μέγας Αλέξανδρος: Η Μάχη του Γρανικού (334 π.Χ.)

Η εκστρατεία του Αλέξανδρου στην Ασία – Οι ελληνικές και οι περσικές δυνάμεις – Η μάχη του Γρανικού – Ο θρίαμβος του Μεγάλου Αλεξάνδρου- Άγνωστες λεπτομέρειες και επακόλουθα της ελληνικής νίκης.

Την άνοιξη του 334 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ανέλαβε την υλοποίηση της μεγάλης ασιατικής εκστρατείας, η οποία εντασσόταν στο παλαιότερο σχέδιο του πατέρα του Φίλιππου Β’, στο πλαίσιο της «ανταπόδοσης» από τους Έλληνες, της απρόκλητης επίθεσης που είχαν δεχτεί από τους Πέρσες στο παρελθόν.

Όρισε αντιβασιλέα τον Αντίπατρο και ξεκίνησε από την Πέλλα, πέρασε από την Αμφίπολη ,τη Μαρώνεια και κινούμενος από τα παράλια, έφτασε στη Σηστό σε 20 μέρες. Εκεί τον συνάντησε κι ο στόλος του με τον οποίο το εκστρατευτικό σώμα πέρασε τον Ελλήσποντο και έφτασε στην Άβυδο της Μικράς Ασίας.

Ο Αρριανός αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος προχώρησε στον Ελαιούντα  και θυσίασε στον τάφο του Πρωτεσίλαου, ο οποίος ήταν ο πρώτος από τους Αχαιούς οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά τον Τρωικό Πόλεμο. Έπειτα, οδηγώντας ο ίδιος τη «στρατηγίδα ναυν», έπλευσε από τον Ελαιούντα στον Αχαιών Λιμένα της μικρασιατικής αυτής του Ελλήσποντου. Στη μέση του περάσματος, θυσίασε ταύρο στον Ποσειδώνα και τις Νηρηίδες και έκανε σπονδή με χρυσή φιάλη στη θάλασσα. Σύμφωνα με την παράδοση, πριν αποβιβαστεί στην Ασία, εξακόντισε στη στεριά το δόρυ του, δηλώνοντας συμβολικά την κατοχή της γης που θα πατούσε. Έπειτα, ανέβηκε στο Ίλιο (Τροία) και αφού θυσίασε στην Ιλιάδα Αθηνά, άφησε στο ναό την πανοπλία του και αντί γι’ αυτήν πήρε μερικά όπλα που, όπως λέγεται, σώζονταν ακόμα από την εποχή του Τρωικού Πολέμου και τα οποία οι υπασπιστές τα «έφεραν προ αυτού εις τας μάχας». Τέλος, θυσίασε και στον Πρίαμο πάνω στον βωμό του Ερκείου Διός, για να εξευμενίσει την οργή του για το γένος του Νεοπτόλεμου, από το οποίο ο Αλέξανδρος πίστευε ότι καταγόταν και ο ίδιος.
Στο Ίλιο, που κατά τον Στράβωνα εκείνη την εποχή ήταν μια μικρή κώμη, τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο ο κυβερνήτης Μενοίτιος και ο Αθηναίος, εξόριστος Χάρης, άλλοτε εχθρός του, που ήρθε γι’ αυτό τον σκοπό από το Σίγειο, μαζί με άλλους Έλληνες και ντόπιους.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αλέξανδρος στεφάνωσε τον τάφο του Αχιλλέα και ο Ηφαιστίωνας τον τάφο του Πάτροκλου. Μάλιστα διοργανώθηκαν προς τιμήν του Αχιλλέα και αγώνες δρόμου, στους οποίους πήρε μέρος και ο ίδιος ο Μακεδόνας στρατηλάτης.

Από το Ίλιο, ο Αλέξανδρος προχώρησε στην Αρίσβη, όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι άνδρες του μετά τη διάβαση του Ελλήσποντου. Εκεί επιθεώρησε τις δυνάμεις του.



Το εκστρατευτικό σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Οι αριθμοί που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τη συνολική δύναμη του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι διαφορετικοί.

Ο Αριστόβουλος, κάνει λόγο για 34.000 άνδρες συνολικά:
(30.000 πεζοί και 4.000 ιππείς), ο Αναξιμένης για 48.500
(43.000 πεζοί και 5.500 ιππείς) κι ο Αρριανός για 37.700
(32.000 πεζοί και 5.700 ιππείς), αριθμό με τον οποίο συμφωνεί και ο Διόδωρος.

Ο στόλος του απαρτιζόταν από 160 πλοία (20 από τα οποία ήταν αθηναϊκά). Η ναυτική δύναμη λοιπόν του Αλέξανδρου ήταν σχετικά περιορισμένη.

Από τους άνδρες του Αλέξανδρου, το 39% ήταν Μακεδόνες, οι οπλίτες των πόλεων της «Συμμαχίας της Κορίνθου», οι «σύμμαχοι ή Έλληνες» όπως τους αναφέρουν οι αρχαίες πηγές το 19%, οι Θεσσαλοί το 5%, οι Έλληνες μισθοφόροι το 13% και οι υπόλοιποι το 24%.


Ο Γρανικός σήμερα

Προς τον Γρανικό…

Η πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Μικρά Ασία, ήταν απρόσκοπτη, καθώς με εντολή του πατέρα του, είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια ένα μικρασιατικό προγεφύρωμα, από τις επιχειρήσεις των μακεδονικών στρατευμάτων.

Ο Αλέξανδρος δεν καθυστέρησε καθόλου στην Αρίσβη.

Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε την προέλασή του με κατεύθυνση βορειοανατολική αρχικά και ανατολική αργότερα. Οι λόγοι που υπαγόρευαν κάτι τέτοιο, ήταν στρατηγικοί και ειδικότερα λόγοι ασφάλειας της εκστρατείας. Πριν περάσει στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ή προς την Αιολίδα και την Ιωνία, για να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις που βρισκόταν εκεί, έπρεπε να καταλάβει την περιοχή του Ελλησπόντου και της Προποντίδας, γιατί αν αφηνόταν αυτή στους Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος επιθέσεων εναντίον των ελληνικών στρατευμάτων, αλλά ακόμα και διακοπής της επικοινωνίας με τη Μακεδονία.

Τις τρεις πρώτες μέρες, ο στρατός του Αλεξάνδρου διάνυσε περίπου 60 χιλιόμετρα. Την πρώτη μέρα, στάθμευσε στην Περκώτη τη δεύτερη στον Πράκτιο ποταμό και την Τρίτη στον Έρμωτο ή Ερμαίο. Τη δεύτερη μέρα, οι Λαμψακηνοί παρέδωσαν την πόλη τους στον Αλέξανδρο.

Το ίδιο έκαναν την Τρίτη μέρα και οι κάτοικοι της Πριάπου.

Την τέταρτη μέρα αυξήθηκαν τα μέτρα ασφαλείας, καθώς το στράτευμα είχε προχωρήσει σε εχθρική περιοχή.

Το πεζικό προχωρούσε σε δυο παράλληλες φάλαγγες ,ενώ το κάλυπτε κι από τα δύο άκρα το ιππικό ως πλαγιοφυλακή και ακολουθούσαν τα μεταγωγικά προστατευμένα από ελαφρά τμήματα. Την εμπροσθοφυλακή αποτελούσαν οι σαρισοφόροι ιππείς και 500 πεζοί με αρχηγό τον Ηγέλοχο.

Το απόγευμα της τέταρτης μέρας της μακεδονικής προέλασης, ενώ ο στρατός πλησίαζε στον Γρανικό ποταμό, οι απεσταλμένοι της εμπροσθοφυλακής, ενημέρωσαν τον Αλέξανδρο ότι οι Πέρσες είχαν παραταχθεί πέρα απ’ τον ποταμό «ως ες μάχην». Ο Αλέξανδρος τότε παρέταξε κι αυτός τις δυνάμεις του για μάχη.

Η μάχη του Γρανικού ποταμού (Μάιος ή Ιούνιος του 334 π.Χ.)

Οι Πέρσες ηγέτες, είχαν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν τον Αλέξανδρο, πριν προχωρήσει περισσότερο. Συγκέντρωσαν έτσι ισχυρές δυνάμεις στη Ζέλεια της ελλησποντιακής Φρυγίας. Για το σημείο όπου θα δινόταν η κρίσιμη μάχη, υπήρχαν διαφωνίες. Υπερίσχυσαν τελικά οι σατράπες και οι στρατηγοί των Περσών, που ήταν υπεύθυνοι για την άμυνα της περιοχής. Σε σύσκεψη που έγινε στη Ζέλεια, ο Μέμνων ο Ρόδιος, αρχηγός μισθοφορικού σώματος και δυνάστης της Μικράς Ασίας, πρότεινε στους σατράπες να μην διακινδυνεύσουν μάχη με τους Μακεδόνες που υπερείχαν στο πεζικό, αλλά να υποχωρήσουν καταστρέφοντας τους καρπούς της γης και, στην ανάγκη ακόμα και τις πόλεις τους ώστε να μην μπορέσει ο Αλέξανδρος να μείνει στη χώρα τους «απορία των επιτηδείων» (εδώ σημαίνει, «λόγω έλλειψης τροφίμων, προμηθειών»).

Δεν έπεισε όμως τους Πέρσες ηγεμόνες, οι οποίοι τον κατηγόρησαν
«ως ανάξια συμβουλεύων της Περσών μεγαλοψυχίας» (συμβουλεύει τους Πέρσες πράγματα ανάξια του μεγαλείου τους).

Στην απόρριψη της πρότασης του Μέμνωνα, είχε πρωτοστατήσει ο Αρσίτης, ύπαρχος «της προς Ελλησπόντω Φρυγίας», της περιοχής δηλαδή που θα καταστρεφόταν. Έτσι, οι Πέρσες αποφάσισαν να δώσουν μάχη στον Γρανικό και να πολεμήσουν εναντίον των Ελλήνων και μάλιστα την ώρα που θα περνούσαν τον ποταμό, πιστεύοντας ότι καθώς οι δυνάμεις του Αλέξανδρου θα ήταν διασπασμένες, θα ήταν εύκολο να νικηθούν.

Ο Γρανικός ποταμός (σήμερα Biga Cayi ή Can Cayi ή Kocabas Cayi), πηγάζει από το όρος Ίδη (σήμερα Kazdagi) και εκβάλλει στην Προποντίδα, κοντά στο σημείο που βρισκόταν η αρχαία ελληνική πόλη Πρίαπος. Σήμερα η κοίτη του έχει μετατοπιστεί.

Έχει μήκος περίπου 30 χλμ. Οι Πέρσες παρατάχθηκαν σε σημείο που το πλάτος του ποταμού ήταν 20 ως 40 μέτρα. Αν και το ρεύμα του ήταν ορμητικό την εποχή της μάχης (τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 334 π.Χ.) δεν είχε μεγάλο βάθος και ήταν διαβατός σε πολλά σημεία. Το μεγάλο πρόβλημα για τους επιτιθέμενους, ήταν η ψηλή και απόκρημνη ανατολική όχθη του την οποία είχαν ήδη καταλάβει οι Πέρσες.

Για να μπορέσει ο Αλέξανδρος να συνεχίσει την προέλασή του έπρεπε ή να επιτεθεί εναντίον των Περσών ή να παρακάμψει τις θέσεις τους. Από το περιβάλλον του Μακεδόνα στρατηλάτη, υπήρχε διστακτικότητα. Ο Παρμενίωνας, είπε στον Αλέξανδρο να μην γίνει αμέσως η επίθεση, καθώς μάλιστα ήταν προχωρημένη η ώρα.

Του πρότεινε να παραμείνουν τη νύχτα κοντά στον ποταμό και να περάσουν χωρίς δυσκολία τον Γρανικό την αυγή καθώς οι Πέρσες δεν θα είχαν προλάβει να παραταχθούν για μάχη. Ο Αλέξανδρος όμως, ήταν αποφασισμένος να επιτεθεί αμέσως. Στον Παρμενίωνα είπε ότι αφού πέρασε με ευκολία τον Ελλήσποντο αυτό το μικρό ρεύμα, ο Γρανικός δεν μπορεί να εμποδίσει τους Μακεδόνες να τον διαβούν.

Ας δούμε όμως και τις δυνάμεις των Περσών. Ο Αρριανός, κάνει λόγο για 20.000 πεζούς και 20.000 ιππείς. Ο Διόδωρος, γράφει για περισσότερους από 90.000 ιππείς και τουλάχιστον 100.000 πεζούς, ο δε Ιουστίνος για 600.000! Ο Πλούταρχος αλλά και ο Διόδωρος, γράφουν ότι υπήρχαν και βάρβαροι ιππείς. Πιο κοντά στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι είναι οι αριθμοί που παραθέτει ο Αρριανός, αν και νεότεροι ιστορικοί τους θεωρούν υπερβολικούς.

Οι Πέρσες αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον στρατό του Αλέξανδρου μόνο με το ιππικό.

Ο Αλέξανδρος στη δυτική όχθη του ποταμού, παρέταξε όλους τους ιππείς και περίπου 15.000 πεζούς. Τους υπόλοιπους πεζούς τους άφησε ως φρουρά του στρατοπέδου και των μεταγωγικών, αλλά κι ως εφεδρεία.
Το στράτευμα του Αλέξανδρου, είχε παραταχθεί ως εξής: το πεζικό βρισκόταν στο κέντρο και καλυπτόταν κι από τα δύο άκρα. Η πτέρυγα που διοικούσε ο Αλέξανδρος ήταν η ισχυρότερη. Πρόθεσή του ήταν, να έχει το κύριο βάρος της μάχης η δεξιά πτέρυγα, αυτή να πραγματοποιήσει τον αποφασιστικό ελιγμό και να έχει έτσι ο Αλέξανδρος τη δόξα της νίκης.
Για αρκετή ώρα οι δύο στρατοί βρίσκονταν απέναντι ο ένας από τον άλλον. Ο Αλέξανδρος έδωσε κάποια στιγμή διαταγή να επιτεθούν οι άνδρες της δεξιάς πτέρυγας, που είχαν επικεφαλής τον Αμύντα του Αρραβαίου και σ’ αυτούς περιλαμβάνονταν εκτός από τους σαρισοφόρους ιππείς, οι Παίονες ιππείς και η ίλη των εταίρων της Απολλωνίας, η ίλη του Σωκράτη, όπως αναφέρεται.

Σαν ενίσχυση της πτέρυγας, είχε έρθει κι ένα τμήμα πεζικού, που το αποτελούσαν πιθανότατα υπασπιστές.

Το τμήμα αυτό του μακεδονικού στρατού, συγκρούστηκε με το αριστερό τμήμα περσικής παράταξης. Σύμφωνα με τον Διόδωρο ‘’το μεν ουν ευώνυμον(αριστερό) μέρος είχε Μέμνων ο Ρόδιος’’.

Οι Μακεδόνες ιππείς βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, καθώς από την ψηλή όχθη του Γρανικού έπεφταν στα κεφάλια τους τα περσικά ακόντια . Πολλοί σκοτώθηκαν . Τότε έφτασαν ενισχύσεις, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο.
Η μάχη ήταν πολύ σκληρή. Αν και ήταν μάχη ιππικού έμοιαζε με μάχη πεζικού, όπως γράφει ο Αρριανός, καθώς διεξαγόταν σε στενή έκταση στην όχθη.

Σύμφωνα πάντα με τον Αρριανό, κάποια στιγμή το δόρυ του Αλέξανδρου έσπασε. Ζήτησε τότε από τον Αρέτη, ‘’αναβολέα των βασιλικών’’ το δικό του, αλλά κι εκείνου το δόρυ είχε σπάσει . Ο Κορίνθιος Δημάρατος ήταν αυτός που έδωσε το  δικό του δόρυ στον Αλέξανδρο, ο οποίος βλέποντας τον Μιθριδάτη, γαμπρό του Δαρείου, να οδηγεί τους ιππείς, προχώρησε και τον σκότωσε, χτυπώντας τον με το δόρυ στο πρόσωπο. Ένας ικανότατος Πέρσης στρατηγός, ο Ροισάκης, όρμησε εναντίον του Αλέξανδρου και τον κτύπησε στο κεφάλι με τσεκούρι το οποίο διαπέρασε το κράνος, ευτυχώς όχι εντελώς. Ο Αλέξανδρος τον σκότωσε χτυπώντας τον με το δόρυ στο στήθος. Ο Σπιθριδάτης, σατράπης της Ιωνίας και της Λυδίας κινήθηκε τότε εναντίον του Αλέξανδρου, έτοιμος να του καταφέρει καίριο χτύπημα. Πρόλαβε όμως ο διοικητής της βασιλικής ίλης, ο Κλείτος ο Δρωπίδου να του κόψει το χέρι σώζοντας τον Αλέξανδρο, ο οποίος συνέχισε να μάχεται στην πρώτη γραμμή.
Σύντομα και άλλοι επιφανείς Πέρσες, όπως ο Φαρνάκης , αδελφός της συζύγου του Δαρείου και ο Μιθροβουζάνης, ‘’ο Καππαδοκών ηγούμενος’’, έπεσαν νεκροί.

Οι απώλειες σημαντικών ηγετών, έκαμψαν το ηθικό των Περσών ιππέων, οι οποίοι τράπηκαν σε φυγή.

Η «ιππομαχία», έληξε με καθαρή νίκη των Ελλήνων.

Όπως γράφει ο Διόδωρος, στη μάχη αυτή ο Αλέξανδρος «της ανδρείας το πρωτείον επηνέγκατο», ενώ τον ακολούθησαν σε ανδρεία οι Θεσσαλοί ιππείς.

Έτσι τελείωσε η πρώτη φάση της μάχης του Γρανικού. Αφού οι ιππείς τράπηκαν σε φυγή, οι πεζοί είχαν πολύ περιορισμένες δυνατότητες. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, από τις 20.000 πεζούς, έμειναν λίγοι, καθώς οι περισσότεροι  σκοτώθηκαν. Περίπου 2.000 αιχμαλωτίστηκαν. Πολλοί «βάρβαροι πεζοί», όπως γράφει ο Πλούταρχος, εγκατέλειψαν άρον άρον το πεδίο της μάχης. Έμειναν έτσι μόνο οι Έλληνες μισθοφόροι που ζήτησαν να συνθηκολογήσουν. Ο Αλέξανδρος αρνήθηκε και επιτέθηκε εναντίον τους «θυμώ μάλλον ή λογισμώ». Όσοι αιχμαλωτίστηκαν, οδηγήθηκαν δέσμιοι στη Μακεδονία για καταναγκαστική εργασία (στα ορυχεία, τα χωράφια κλπ.), «ότι παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησιν Έλληνες όντες εναντία τη Ελλάδι υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο.» (Αρριανός Ι, 16,6) («Έλληνες αυτοί, πήγαν αντίθετα στην κοινή απόφαση των Ελλήνων και πολεμούσαν προς όφελος των βαρβάρων ενάντια στην Ελλάδα»)



Οι απώλειες

Ο Αρριανός, στηριζόμενος στον Αριστόβουλο, γράφει ότι οι μακεδονικές απώλειες ήταν 25 εταίροι, 60 (άλλοι) ιππείς και τριάντα πεζικάριοι, αριθμός μάλλον μικρότερος από τον πραγματικό αριθμό των νεκρών.
Όσο για τους Πέρσες, ο Αρριανός γράφει ότι σκοτώθηκαν 1.000 ιππείς. Ο Πλούταρχος γράφει για 2.500 ιππείς και 20.000 πεζούς και ο Διόδωρος, ότι σκοτώθηκαν όχι λιγότεροι από 2.000 ιππείς και περισσότεροι από 10.000 πεζοί.

Από την πλευρά των Περσών σκοτώθηκαν επίσης, εκτός από όσους αναφέραμε ο Νιφάτης και ο Πετήνης, αρχηγοί του ιππικού, ο εγγονός του Αρταξέρξη Αρβυπάλης και ο Ωμάρης, διοικητής των μισθοφόρων.
Ο Αρσίτης, δεν σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης, αλλά αυτοκτόνησε λίγο αργότερα, καθώς θεωρήθηκε υπεύθυνος της περσικής ήττας. Όσοι ιππείς διέφυγαν, είχαν επικεφαλής τον Μέμνονα, έναν σπουδαίο στρατηγό, όπως αναφέραμε. Αυτός υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την Αλικαρνασσό και στη συνέχεια διορίστηκε από τον Δαρείο διοικητής του στρατού της Μικράς Ασίας και αρχηγός του στόλου. Επιχείρησε με φοινικικά πλοία και Έλληνες μισθοφόρους να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ελλάδα. Κατέλαβε μάλιστα τη Χίο και τη Λέσβο (εκτός από την πόλη της Μυτιλήνης), ωστόσο πέθανε ξαφνικά το 333 π.Χ.

Το ευφυές σχέδιό του, ευτυχώς, δεν βρήκε συνεχιστές…

Όσοι Έλληνες έπεσαν στο πεδίο της μάχης, τάφηκαν με τιμές «ξυν τοις όπλοις τε και άλλω κόσμω». Στους εταίρους μάλιστα, ο Αλέξανδρος επεφύλαξε ιδιαίτερη τιμή. Έδωσε εντολή στον γλύπτη Λύσιππο  να φιλοτεχνήσει χάλκινους ανδριάντες τους οι οποίοι στήθηκαν στο Δίον της Μακεδονίας. Οι γονείς και τα παιδιά των πεσόντων Μακεδόνων, απαλλάχτηκαν από τη φορολογία, από κάθε είδους εισφορά και από έκτακτη υποχρεωτική εργασία.

Την επόμενη μέρα της μάχης του Γρανικού, ο Αλέξανδρος επισκέφτηκε όλους τους τραυματίες, είδε τις πληγές τους και τους ρώτησε πώς τραυματίστηκαν. Ο Αλέξανδρος, έδινε μεγάλη σημασία στην ιατρική φροντίδα. Στην εκστρατεία του τον ακολούθησαν σπουδαίοι γιατροί της εποχής: Φίλιππος ο Ακαρνάν, Γλαυκίας, Ιπποκράτης, Κριτόβουλος, Κριτόδημος και Δράκων.

Πλην Λακεδαιμονίων…

Στην πόλη που σεβόταν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, την Αθήνα, ο Αλέξανδρος έστειλε 300 περσικές πανοπλίες «ανάθημα είναι τη Αθηνά εν πόλει». Έδωσε εντολή να χαραχτεί στην αναθηματική επιγραφή, ότι τις αφιέρωναν «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων». Από την επιγραφή αυτή προκύπτουν ο πανελλήνιος χαρακτήρας της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η απουσία των Σπαρτιατών από αυτή.

Μετά τη μάχη

Η νίκη του Αλεξάνδρου στον Γρανικό, είχε σαν αποτέλεσμα μια σειρά από πόλεις να ανοίξουν τις πύλες τους στον Αλέξανδρο, ο οποίος επιθυμούσε να αναγνωριστεί ως ελευθερωτής κι όχι ως νέος δυνάστης.

Η ψυχολογία των Ελλήνων ανέβηκε, ενώ η απώλεια των σπουδαίων Περσών ηγετών, ήταν ένα από τα σημαντικά γεγονότα που «άνοιξαν» τη δυτική Μικρά Ασία στην προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου που ακολούθησε…

Πηγές: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος Δ’,
Εκδοτική Αθηνών

F.C. FULLER, «Η ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΠΟΙΟΤΗΤΑ», 2005

Β. ΓΚΑΦΟΥΡΟΥΦ – Δ. ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΔΗΣ, «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΑ 2003