Home / ΔΙΕΘΝΗ / Ο κατάσκοπος της KGB που έζησε το αμερικανικό όνειρο

Ο κατάσκοπος της KGB που έζησε το αμερικανικό όνειρο

Δεν είναι μυστικό ότι Σοβιετικοί προσπαθούσαν επί δεκαετίες Ψυχρού Πολέμου να «φυτέψουν» πράκτορες στις ΗΠΑ – άνδρες και γυναίκες που θα φαίνονταν στην επιφάνεια σαν να ζούσαν μια απολύτως φυσιολογική ζωή ως Αμερικανοί στις ΗΠΑ.
Αλλά να τι περίεργο συνέβη, όταν ένας από αυτούς θέλησε να γυρίσει σπίτι, όχι απλώς ζωντανός αλλά και πλούσιος!
Τα απομνημονεύματά του «κατασκόπου της KGB που έζησε το αμερικανικό όνειρο» έχουν κάνει αίσθηση. Το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε διηγείται την ιστορία του δήθεν Τζακ Μπάρσκι. Ο πραγματικός Αμερικανός που γεννήθηκε με αυτό το όνομα πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1955, παιδάκι, σε ηλικία 10 ετών, και θάφτηκε σε νεκροταφείο, στα προάστια της Ουάσιγκτον.
Το όνομά του όμως είναι γραμμένο ακόμα στο διαβατήριο ενός 67χρονου πολίτη Ανατολικής Γερμανίας, που γεννήθηκε ως Αλμπερτ Ντίτριχ. Το διαβατήριο δεν είναι πλαστό. Ο Αλμπερτ Ντίτριχ είναι ο Τζακ Μπάρσκι ακόμα και σήμερα στα μάτια της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
Η ιστορία για το πώς συνέβη αυτό είναι, με τα λόγια του ίδιου του Μπάρσκι, «απίθανη» ως και «γελοία». Αλλά, όπως εξηγεί στα απομνημονεύματά του, με τίτλο «Deep Undercover» είναι πλήρως ελεγμένη από το FBI, και πραγματική.
Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν ο Ντίτριχ προοριζόταν να γίνει καθηγητής Χημείας σε ανατολικογερμανικό πανεπιστήμιο, με ταλέντο που το είχε επισημάνει η KGB. Σοβιετικοί πράκτορες τον έστειλαν στη Μόσχα για εκπαίδευση, κυρίως για το πώς να συμπεριφέρεται σαν γέννημα-θρέμμα Αμερικανός.
Η αποστολή του ήταν να ζει με ψεύτικη ταυτότητα στην καρδιά του καπιταλιστικού εχθρού, ως μέρος της ελίτ των μυστικών σοβιετικών πρακτόρων που ήταν τότε γνωστοί ως «παράνομοι».
«Με έστειλαν στις ΗΠΑ για να καθιερώσω τον εαυτό μου ως πολίτη και στη συνέχεια να έρθω σε επαφή, στο μέτρο του δυνατού, με τα υψηλότερα δυνατά επίπεδα των φορέων λήψης αποφάσεων – ιδιαίτερα με τους υπευθύνους χάραξης πολιτικών» λέει σήμερα ο Μπάρσκι.
Δεν τα κατάφερε ποτέ. Eφτασε στη Νέα Υόρκη το φθινόπωρο του 1978, στην ηλικία των 29 ετών, με όνομα τάχα καναδού υπηκόου Γουίλιαμ Ντάισον.
Ο οποίος είχε δήθεν ταξιδέψει μέσω Βελιγραδίου, Ρώμης, Πόλης του Μεξικού και Σικάγο, προτού εξαφανιστεί εντελώς από τα χαρτιά, αφού είχε εξυπηρετήσει τον σκοπό του. Κάπως έτσι ο Ντίτριχ άρχισε νέα ζωή ως Ντάισον, και αμέσως μετά ως Μπάρσκι, στις ΗΠΑ.
Ηταν ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν και χωρίς αληθινή ταυτότητα – μόνο με ένα πλαστό πιστοποιητικό γέννησης που είχε εκδοθεί από υπαλλήλους της σοβιετικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον. Στην αρχή της πρακτορικής καριέρας του, ο Μπάρσκι είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, σχεδόν άψογη αμερικανική προφορά, και 10.000 δολάρια σε μετρητά.
Νοίκιασε ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο του Μανχάταν και άρχισε να στηρίζει το επίπονο έργο της οικοδόμησης μιας νέας ζωής χωρίς να μπορεί να πει πουθενά καμιά αλήθεια, όπως εξομολογείται σήμερα. Κάτι οδυνηρό και τραγικό. Κατάφερε τελικά να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γέννησης στο όνομα Τζακ Μπάρσκι, και μια εξίσου πλαστή άδεια οδήγησης και κάρτα κοινωνικής ασφάλισης.
Ο ίδιος λέει πως περνούσε «απαίσια» με όλα αυτά τα ψέματα. Αλλά οι «χειριστές» του πράκτορα Μπάρσκι ήταν ευχαριστημένοι με την πρόοδό του, εκτός από ένα πράγμα – τον καταπίεζαν και τον επέκριναν συνεχώς επειδή δεν μπορούσε με τίποτα να γίνει κάτοχος αμερικανικού διαβατηρίου. Αυτή η αποτυχία ζύγισε πολύ κατά του. Χωρίς διαβατήριο, ο Μπάρσκι περιορίστηκε σε χαμηλού επιπέδου δουλειές κατασκοπείας και τα επιτεύγματά του ως πράκτορα ήταν, κατά τον δικό του χαρακτηρισμό, «ελάχιστα», και οπωσδήποτε «ανόητα» στις δεκαετίες 1980-1990.
Ετσι αποφάσισε να σπουδάσει ξανά για να εργαστεί κανονικά στην Αμερική. Είχε ήδη πτυχίο Χημείας και αποφοίτησε στην κορυφή της τάξης του στην επιστήμη των υπολογιστών από το Πανεπιστήμιο City της Νέας Υόρκης, πτυχίο που του επέτρεψε να βρει καλή δουλειά, και να βγάλει πολλά λεφτά ως προγραμματιστής στην εταιρεία Met στη Νέα Υόρκη.
Η τελική πράξη στην ιστορία του «σοβιετικού πράκτορα που έζησε το αμερικανικό όνειρο, και όχι απλώς επέζησε, αλλά έβγαλε καλά λεφτά» γράφτηκε πριν από δύο χρόνια, όταν ο Μπάρσκι αποκάλυψε για πρώτη φορά το μυστικό της διπλής ζωής του στο γνωστό τηλεοπτικό πρόγραμμα «60 Λεπτά», στις ΗΠΑ.
Ηθελε από καιρό να μοιραστεί την ιστορία του με τον κόσμο, είπε, αλλά τα αφεντικά του στην εταιρεία Ηλεκτρισμού της Νέας Υόρκης, όπου εργάστηκε ως προγραμματιστής λογισμικού, δεν εντυπωσιάστηκαν καθόλου όταν έμαθαν ότι είχαν έναν πρώην (και εντελώς αποτυχημένο) πράκτορα της KGB στην κατάσταση μισθοδοσίας, και τον απέλυσαν αμέσως.
Ο Μπάρσκι λέει πως δεν έχει μετανιώσει για τίποτα. Θεωρεί τον εαυτό του πολύ τυχερό. «Αυτό το είδος της διπλής ζωής είναι πολύ διαβρωτικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να το χειριστούν. Πιστεύω ότι εγώ ήμουν τυχερός. Είμαι υγιής, είχα κάποια προβλήματα με το αλκοόλ, που τα έχω ξεπεράσει, είχα μια δεύτερη ευκαιρία για μια καλή οικογενειακή ζωή. Εχω κάνει καλά παιδιά. Είμαι πραγματικά τυχερός» λέει σήμερα.
Ισως η υπέρτατη ειρωνεία της ιστορίας του είναι πως τα κατάφερε στη μόνη αποστολή που του έβαλε η KGB – να πάρει αμερικανικό διαβατήριο και την υπηκοότητα, και μάλιστα με τη βοήθεια του FBI! Πέραν αυτού όμως, σε πραγματικά πρακτορικά επιτεύγματα; Ουδέν, λέει μάλλον με υπερηφάνεια σήμερα ο Μπάρσκι.