Home / ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ / H ταβέρνα του Λεωνίδα: Εκεί όπου γεννήθηκε ο έρωτας του Νίκου Κούρκουλου για τη Μαριάννα Λάτση

H ταβέρνα του Λεωνίδα: Εκεί όπου γεννήθηκε ο έρωτας του Νίκου Κούρκουλου για τη Μαριάννα Λάτση

Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό χώρο, που έχασε ένα δικό του άνθρωπο, έναν άνθρωπο που συνέδεσε το όνομά του χρόνια τώρα με την ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Στο δικό του εστιατόριο, που τα τελευταία χρόνια πια έχουν αναλάβει οι γιοι του, ο Γιώργος και ο Νίκος, έχουν περάσει όλα τα ιερά τέρατα του θεάτρου, μεγάλες προσωπικότητες της διεθνούς σκηνής, από την Κάλλας έως τον Πίτερ  Μπρουκ, πολιτικοί, αλλά και όλοι οι θεατρόφιλοι που κάθε καλοκαίρι επισκέπτονται το αργολικό θέατρο. Κάποια Χριστούγεννα μέχρι και ο πρόεδρος Μιτεράν έκατσε στα ξύλινα τραπεζάκια του για να γευτεί τις νοστιμιές της συντρόφου του κύριου Λεωνίδα και συνοδοιπόρου του μια ολόκληρη ζωή, της κυρίας Κάτιας.

Κοινωνικός και ευγενής, με το χαμόγελο πάντα, αγωνιούσε για τους καλλιτέχνες, δεν τους αντιμετώπιζε απλώς σαν πελάτες. Hθελε να πηγαίνουν καλά, ήταν εκεί πάντα έτοιμος να γιορτάσει μαζί τους τούς θριάμβους τους και να τους παρηγορήσει στις αποτυχίες. Ηξερε να ακούει και να κρατάει επτασφράγιστα τα μυστικά τους. Αν και στην μικρή του αυλή, πολλά συμβόλαια κλείστηκαν, πολλές φήμες κυκλοφορούσαν, έρωτες γεννήθηκαν, όπως εκείνος του αείμνηστου Νίκου Κούρκουλου με την Μαριάννα Λάτση, ποτέ τίποτα δεν διέρρευσε προς τα έξω. Ο κύριος Λεωνίδας ήταν πάντα με τους καλλιτέχνες κι αυτοί τον λάτρευαν.

Η Μελίνα Μερκούρη, για παράδειγμα- μεγάλη του αδυναμία- μόνη της έμπαινε στην κουζίνα και έβαζε το φαγητό της, συνήθως γιουβέτσι. Με πολλούς διατηρούσε φιλικές, σχεδόν οικογενειακές σχέσεις. Ο Θάνος Κωτσόπουλος μάλιστα ήταν κουμπάρος του στον γάμο του με την κύρια Κάτια, αλλά και νονός του γιου του.

Στην αρχή το μαγαζί του ήταν απλώς ένα καφεναδάκι του χωριού.Ανοιξε το 1953 και δεν είχε καν ρεύμα- αργότερα θα έρθει ο ηλεκτρισμός, συγκεκριμένα το 1961 με την παράσταση της Κάλλας. Το 1954 εγκαινιάζονται για πρώτη φορά τα Επιδαύρια και οι θίασοι του Εθνικού κατεβαίνουν στην περιοχή με την θρυλική Μαρμάρω – έτσι λεγόταν το  λεωφορείο που τους μετέφερε-  για τις πρόβες. Ξενοδοχεία δεν υπάρχουν ούτε φυσικά εστιατόρια.

Ο πιο κοντινός προορισμός ήταν το Ναύπλιο, αλλά οι μετακινήσεις εκείνα τα χρόνια δεν ήταν εύκολες. Οι ντόπιοι λοιπόν έπρεπε να ανοίξουν τα σπίτια τους γα να τους φιλοξενήσουν και να περιποιηθούν τους καλλιτέχνες. Ο κύριος Λεωνίδας, κοινωνικός και  αγαπητός σε όλους, τους κάλεσε στο καφενείο του και η Κατίνα Παξινού, δεινή μαγείρισσα, ανέλαβε να ετοιμάζει τα γεύματα του θιάσου.

Εκείνη ήταν μάλιστα που έμαθε και στην κυρία Κάτια -νέο κορίτσι τότε, που ιδέα  δεν είχε από  μαγειρική- τα μυστικά της κουζίνας. Μάλιστα ακόμα και σήμερα τις συνταγές της μεγάλης τραγωδού ακολουθεί για πολλά από τα πιάτα που σερβίρει.

Ετσι, σιγά σιγά το μικρό καφεναδάκι επεκτάθηκε, μεγάλωσε, απέκτησε μια υπέροχη, καταπράσινη αυλή κι έγινε σημείο αναφοράς των καλλιτεχνών, που συρρέουν στη δροσερή αυλή για να χαλαρώσουν από την ένταση από των παραστάσεων.

Οι τοίχοι στην ταβέρνα είναι ένα μικρό μουσείο: όλες οι σπουδαίες προσωπικότητες της χώρας μας, διάσημοι σταρ και πολιτικοί φιγουράρουν μαζί με τον Λεωνίδα Λιακόπουλο -πολλές μάλιστα από τις φωτογραφίες έχουν και ιδιόχειρη αφιέρωση στον άνθρωπο που τους συντρόφευε τα καλοκαίρια. Αυτός ο τοίχος είναι η ιστορία του ελληνικού θεάτρου, γι’ αυτό όλοι θέλουν να μπουν εκεί, ως απόδειξη ότι πέρασαν από το ιερό θέατρο και υπηρέτησαν την τέχνη τους με αφοσίωση.

Φέτος, για πρώτη φορά μετά από τόσο χρόνια, ο κύριος Λεωνίδας δεν θα είναι πια εκεί να δει τους αγαπημένους του, όμως σίγουρα θα συναντήσει παλιούς φίλους: τον Κουν, τον Τσαρούχη, τον Μινωτή την Κάλλας, την Μελίνα του, την Αλίκη και σίγουρα θα παραφυλάει μετά την παράσταση για να δει αν όλα πήγαν καλά.